This article has been written for the internet magazine “Cockroaches”
(Hamamboculeri – www.hamamboculeri.org) and was also published in the daily
newspaper Yeniduzen in the north
www.hamamboculeri.org
Υπόγειες Σημειώσεις, 14 Οκτωβρίου 2002
Sevgül Uludağ
Αν δεν μπορούμε να θάβουμε τους νεκρούς μας, θα μοιραζόμαστε το χώμα μας...
Ο Κώστας Χατζηπαύλου, ήταν 50 ετών όταν αναγκάστηκε να αφήσει αυτά τα χώματα...
Στον Άγιο Αμβρόσιο, δηλαδή στο Ayguruş, δηλαδή, με το «νέο» όνομα, στο Esentepe,
υπήρχαν περιβόλια, υπήρχαν τέσσερα κορίτσια, σε κάθε κτύπο της καρδιάς υπήρχαν
ελπίδες και όνειρα ζωής...
Το 1974, κάνοντας οι αφέντες κινήσεις σε σκακιέρα στο νησί αυτό με το όνομα
Κύπρος, χιλιάδες άνθρωποι αναγκάζονταν να γίνουν πρόσφυγες... Ήταν οι μέρες
που τα σύννεφα του πολέμου μαζεύτηκαν από πάνω μας, που σκότωνε ο αδελφός
τον αδελφό. Ήταν οι μέρες που έφεραν βιασμούς νεαρών κοριτσιών που γέμιζαν
τα λεωφορεία, που έστειλαν στους τάφους βρέφη, γέρους, νέους...
Και ο Κώστας Χατζηπαύλου, δίνοντας το όνομά του σε ένα από τα πιο γνωστά
κονιάκ της Κύπρου, γινόταν πρόσφυγας...
Αυτός ήταν ο πατέρας της αγαπημένης Μαρίας: ξεριζωμένος από το βορρά και
τραβηγμένος στο νότο, είχε κάνει μια συμφωνία με την εκκλησία στο Σταυροβούνι...
«Δώστε μου ένα κομμάτι γη σας παρακαλώ» είχε πει σηκώνοντας τα μάτια του
στον ουρανό, «τουλάχιστον να φτιάξω μια μινιατούρα του περιβολιού που είχα
στον Άγιο Αμβρόσιο! Όσο και αν είναι το κέρδος του, το μοιράζουμε!...»
«Ας είναι» είπαν οι μοναχοί του Σταυροβουνιού...
Ο Κώστας έφτιαξε το περιβόλι του... Σίγουρα δεν ήταν αυτά τα υπέροχα περιβόλια
του Αγίου Αμβροσίου... Ήταν, με τον δικό του ορισμό, «μινιατούρα»... Φύτεψε
και πότισε το χώμα αγαπώντας τον κάθε ένα σπόρο, το κάθε ένα δενδρύλλιο -
ήταν κομμάτι της καρδιάς του... Παρατήρησε το θαύμα που το λένε ζωή, να
ανθίζει από το χώμα... Αλλά ο Κώστας μετάφερε σε κάθε κτύπο της καρδιάς του
τα περιβόλια που άφησε στα βόρεια του νησιού: για 28 χρόνια κράτησε το όνειρο
του ζωντανό: πως μια μέρα θα γυρίσει σίγουρα στο χωριό του, στα περιβόλια
του, στο σπίτι του...
Απόψε, κάθομαι και κλαίω για αυτόν σε μια μοιρασμένη πρωτεύουσα στα βόρεια
της Λευκωσίας: η καρδιά μου κτυπά σε κάθε μία από τις δυο πλευρές ενός μοιρασμένου
νησιού... Καταλαβαίνω πως νιώθει ο Κώστας, μπορώ να νιώσω το φύτεμα και το
πότισμα, το πράσινο των χαρουπιών και των ελιών που μεγαλώνουν, τη μυρωδιά
των λεμονιών, το κόκκινο της γης...
Μέχρι πριν από δύο μήνες πήρε το αυτοκίνητό του και προσπάθησε να περάσει
τα οδοφράγματα. Η αστυνομία τον σταμάτησε:
«Τι κάνεις; Πού πας;...»
«Πρέπει να πάω και να ποτίσω τα δέντρα μου...»
«Δε γίνεται! Επέστρεψε πίσω! Απαγορεύεται!»
Πως ραγίζουν την καρδιά του Κώστα οι απαγορεύσεις!
Εγώ δε γνώρισα τον Κώστα, γνώρισα μία από τις κόρες του, τη Μαρία με τη χρυσή
καρδιά...
Με τη Μαρία ήμασταν μέλη σε μια δικοινοτική ομάδα με θέμα την επίλυση διαμαχών...
Έχουμε μια φιλία που κρατάει πάνω από δέκα χρόνια...
Σε κάθε συνάντηση μου με τη Μαρία, μου λέει «Κούκλα μου, τι κάμνεις;»
Και γρήγορα αρχίζουμε να συζητάμε για διάφορα θέματα: για τις γυναίκες, για
την ειρήνη, για πολιτική... Μιλάμε για όλα τα θέματα που λαμβάνουν χώρα
στη ζωή μας...
Η Μαρία την περασμένη εβδομάδα έχασε τον πατέρα της τον Κώστα... Ο Κώστας
ήταν 78 ετών όταν έφυγε από τη ζωή ...
Αυτή η είδηση προκάλεσε σοκ στη γυναικεία μας ομάδα, τα «Απλωμένα Χέρια Πέρα
από τα Σύνορα»... Την ίδια στιγμή, η Ζεχρά, μέλος της ομάδας μας, είχε φέρει
στον κόσμο ένα μωρό με το όνομα Ντογά...
Στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο υπήρχε μια είδηση γέννησης και μια είδηση θανάτου...
Είχα σκεφτεί αυτά που μας έφερε η ζωή: την ίδια στιγμή ειδήσεις για χαρές
και για κλάματα... Την ίδια στιγμή ήμουν και στο βορρά και στο νότο. Από
τη μια γιόρταζα για το μαγικό μωρό με το όνομα Ντογά που γράπωνε τη ζωή
με τη μικρή του παλάμη και από την άλλη έκλαιγα με την καρδιά μου για τον
Κώστα...
Επειδή ο Κώστας δεν είχε ξεχάσει ποτέ τα δέντρα του που άφησε στο βορρά,
τη γη του, την πατρίδα του που μοιράστηκε με το ζόρι, με βάρβαρη βία... Επειδή
αυτή η πατρίδα ήταν όλων των Κυπρίων, κουβαλούσε τις ίδιες μυρωδιές, τα ίδια
χώματα, τα ίδια καρδιοχτύπια...
Ο Κώστας ήθελε να ταφή στο βορρά, στο δικό του το χωριό...
Όταν πέθανε ήθελε να ταφή σε αυτά τα χώματα...
Φυσικά δεν έγινε, επειδή το παρακράτος που κυβερνά αυτό τον τόπο δεν έχει
σχέση με ανθρώπινα αισθήματα!
Αυτοί δεν μπορούν να καταλάβουν την τελευταία επιθυμία ενός ηλικιωμένου ανθρώπου!
Δεν μπορούν να καταλάβουν την επιθυμία του να μυρίσει τη θάλασσα που είναι
δίπλα στον Άγιο Αμβρόσιο, να ποτίσει τα δέντρα του για τελευταία φορά!
Όταν εξήγησα όλα αυτά στο σύντροφό μου, ξαφνικά είπε «Αν είναι έτσι στείλτε
του λίγο χώμα!»...
Έτσι πράξαμε...
Αν δεν μπορούσαμε να φέρουμε τους νεκρούς μας στον τόπο της τελευταίας τους
επιθυμίας, αν δεν μπορούσαμε να τους θάψουμε στον τόπο που ήθελαν, θα μοιραζόμασταν
το χώμα μας!
Ήμασταν τα «Απλωμένα Χέρια Πέρα από τα Σύνορα»... Μια γυναίκα μέλος μας με
την καρδιά της γεμάτη μαράζι ανέλαβε δράση: έκλαιγε στο τηλέφωνο για το θάνατο
ενός Κύπριου που δεν μπόρεσε να δει για τελευταία φορά τα χώματα που πεθυμούσε...
Οι γυναίκες μας στο γκρουπ του «ηλεκτρονικού ταχυδρομείου» ξεσηκώνονταν:
Αν εμείς θέλαμε σε αυτές τις δύσκολες μέρες να είμαστε δίπλα στη Μαρία, οι
Ελληνοκύπριες γυναίκες ήθελαν να επισκεφτούν το νεογέννητο μωρό της Ζεχρά,
τη μικρή Ντογά...
Από την άλλη, το νησί μας είχε μοιραστεί στα δυο: Οι αστυνομικοί της τουρκικής
πλευράς δεν είχαν «χώρο» για τέτοιου είδους ανθρωπιστικά ζητήματα... Η επίσημη
πολιτική της τουρκικής πλευράς στηριζόταν στο επιχείρημα ότι «τα σύνορα είναι
αδιαπέραστα». Για αυτό το λόγο οι Ελληνοκύπριες γυναίκες δεν μπορούσαν να
επισκεφτούν για λίγο την Ντογά, οι Τουρκοκύπριες γυναίκες δεν μπορούσαν να
περάσουν τα σύνορα και δεν μπορούσαν να παραστούν στην κηδεία του Κώστα του
πατέρα της Μαρίας... Δεν μπορούσαμε να θάψουμε στη γη τις τελευταίες επιθυμίες
των νεκρών μας...
Πραγματοποιήσαμε την πρόταση του συντρόφου μου: Χθες, στείλαμε στη Μαρία
χώμα από το χωριό του πατέρα της... Μια γυναίκα που η καρδιά της αντιστέκεται
στο διχασμό, μετάφερε με δάκρυα αυτό το χώμα για να το παραδώσει σε μια άλλη
γυναίκα σε ένα χωριό που είναι υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών, στο ενδιάμεσο
τμήμα που το λένε Πύλα...
Μια άλλη γυναίκα με την καρδιά της γεμάτη επαναστατικότητα, πήρε αυτό το
χώμα και εκείνο το πρωί το πήγε στον τάφο του Κώστα...
Αν δεν μπορούμε να θάβουμε τους νεκρούς μας στον τόπο που αυτοί θέλουν, ως
οι γυναίκες αυτού του νησιού θα μοιραζόμαστε το χώμα μας...
Μοιραζόμαστε το χώμα μας, τον αέρα μας, το νερό μας, την καρδιά μας, τις
σκέψεις μας: ακόμα και αν οι αφέντες που επωφελούνται από ένα μοιρασμένο
νησί δεν επιτρέπουν να γιορτάζουμε μαζί τη γέννηση των παιδιών μας, να πενθούμε
μαζί για τους νεκρούς μας και πάλι θα περνούμε τα σύνορα...
Μια χούφτα χώμα: αυτό είναι όλο... Μια χούφτα χώμα μοιράζεται, σε μια νάιλον
σακούλα μεταφέρεται, σε ένα τάφο τοποθετείται και αυτό το βράδυ καθώς μιλάω
με τη Μαρία στις γραμμές που παρακολουθούνται από όλες τις μυστικές υπηρεσίες,
μια σταγόνα δάκρυ πέφτει επειδή αυτά τα σύνορα που τραβήχτηκαν στη μέση,
είναι ακατανόητα, είναι παράλογα, είναι ενάντια στην ανθρώπινη ζωή... Επειδή
η καρδιά μας πάλλεται με την καρδιά της Μαρίας και οι καρδιές των Μαρίων
πάλλονται με τις καρδίες των μικρών Ντογάν που μόλις ήρθαν στον κόσμο...Επειδή
η Μαρία φυτεύει λουλούδια στο χώμα που ήρθε από το βορρά, για να ανθίσουν
σε ένα τάφο που βρίσκεται στο νότο... Επειδή τα σύνορα είναι ακατανόητα,
έχουν νόημα όσα περνούν από τις καρδίες μας... Επειδή οι καρδιές μας είναι
η καρδιά του ανθρώπου... Επειδή η δύναμή μας είναι όλη εδώ: στον απίστευτο
χάρτη της καρδιάς του ανθρώπου – στα συναισθήματα που υπερβαίνουν τα οδοφράγματα,
τα συρματοπλέγματα, στο κοινό αυτό συναίσθημα του να θρηνούμε μαζί τους νεκρούς
μας, του να χαιρόμαστε μαζί στις γεννήσεις μας...
Μετάφραση: Γιάννης Ιωάννου, 24-10-02
(www.hamamboculeri.org)